ΙΣΤΟΡΙΑ

28/01/2016 | 27ο ΚΥΝΗΓΙ

Ρέθυμνο | Γενάρης 2016 #02

Ρέθυμνο     
Κρήτη, Ελλάδα     

ΓΕΝΑΡΗΣ 2016     

Μόλις έκλεισα το γραφείο. Έχει πλέον βραδιάσει και ξεκίνησα για το σπίτι. Ακόμα το σκέπτομαι και δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω. Ο παιδικός μου φίλος ο Γιάννης θα επιστρέψει στο Ρέθυμνο. Ε, ρε γλέντια που θα κάνουμε. Μεγαλώσαμε βέβαια και εγώ και αυτός. Άραγε είναι ακόμα τόσο ερωτύλος όσο τον θυμάμαι; Ποτέ δεν θα ξεχάσω το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε απ’ το Μαρόκο και την έκπληξη που μου επιφύλαξε στο τέλος...

«… αυτά, φίλε, ήταν τα νέα μου, θα τα ξαναπούμε σύντομα!» Ο φίλος σου Γιάννης Π., από το Μαρόκο. Χειμώνας 1973
ΥΓ. Λοιπόν σου έχω κάτι που δεν θα το πιστέψεις! Πάρε το τεύχος του περιοδικού ΚΑΖΑΝΟΒΑΣ του περασμένου μήνα και διάβασε την ιστορία στη σελ. 48! Ό,τι γράφει είναι όλα αλήθεια!

  Και έτσι έγινε, έτρεξα στο μαγαζί, μπήκα κρυφά κάτω από τα σανίδια με τα περιοδικά, σούφρωσα το τελευταίο τεύχος που βρήκα και τι να δω!

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑΣ
ΠΙΚΑΝΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ, σελ 48
ΤΙΤΛΟΣ: ΧΑΡΕΜΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ

Δημοσιεύουμε την ιστορία του φίλου μας με το ψευδώνυμο Τζων Π.,που μας έστειλε από το εξωτικό Μαρόκο!

«… ονομάζομαι Τζων και ζω τα τελευταία χρόνια στο Μαρόκο, ανάμεσα σε μυστήριες και φλογερές γυναίκες. Μέχρι τώρα ήμουν ένα ντροπαλό παιδί χωρίς πολλές εμπειρίες. Εκείνη όμως η νύκτα σημάδεψε τη ζωή μου! Ήταν μεγάλη γιορτή και είχαμε σκόλη. Ο φίλος μου ο Ισσά κουτούπωνε την Μαριαλένα, την υπηρέτρια μιας χανούμισσας. Μου ζήτησε λοιπόν να τον ακολουθήσω στο σπίτι που θα τη συναντούσε, μιας και η κυρά της θα είχε γιορτή με τις άλλες χανούμισσες και δεν τη χρειαζόταν. Το σπίτι είχε στην πίσω μεριά μια αλάνα με κάμποσα δέντρα. Στο κέντρο του βρισκόταν ένα ανοικτό κιόσκι και στο βάθος του σπιτιού υπήρχε ένα δίπατο κονάκι, όπου ένας θεόρατος πλάτανος θαρρείς το αγκάλιαζε. Χωθήκαμε αναμεσίς στα δέντρα και σταθήκαμε στη ρίζα του ξύλινου φράχτη. Ο Ισσά άρχισε να σφυρίζει σαν κουκουβάγια και σε λίγο φάνηκε η Μαριαλένα στην πόρτα, μας άνοιξε και με κλεφτές κινήσεις χωθήκαμε μέσα να μη μας ακούσουν από το πάνω όροφο. Οι δυο τους εξαφανιστήκαν στο λεπτό και απόμεινα μόνος. Μετά ο δαίμονας μ’ έβαλε ν’ ανέβω σ’ ένα χοντρό κλωνάρι του πλάτανου που πήγαινε πλαγιαστό ως το παραθύρι του πάνω πατώματος. Είχε στα τζάμια άσπρες κουρτίνες ως τη μέση, μα έβλεπα από πάνω.

Με ορθάνοιχτα μάτια παρατηρούσα στη σάλα όπου φαίνονταν χαμηλοί καναπέδες με κόκκινα μεταξωτά υφάσματα και μαξιλάρια, ασημένια κανάτια, βάζα με λουλούδια, καθρέπτες και χρυσά θυμιατήρια όπου κάπνιζαν αρώματα. Όμως εκείνο που παραλίγο να με ρίξει απ’ το κλωνάρι ήταν το άγαλμα στο κέντρο της σάλας. Είχαν εκεί, ορθό και κορδωμένο ένα πελώριο ανδρικό μόριο! Στη σάλα ήταν μαζωμένες ως δώδεκα χανούμισσες! Είχαν βγάλει φερετζέδες και μαντήλια και φορούσαν μόνο κάτι μεταξωτά πουκάμισα. Στέκονταν σε κύκλο γύρω από το αγαλμάτινο ανδρικό… εργαλείο και του έκαναν… μετάνοιες! Θόλωσε το μάτι μου! Ύστερα φάνηκε η κυρά, η Πουτανέφ Χανούμ, κι όλες τη χαιρετούσαν με υποκλίσεις. Κάποιες άρχισαν να παίζουν με ούτι και ντέφι και χόρευαν γύρω απ’ το εργαλείο, ενώ άλλες τις έραιναν με ροδοπέταλα.  Έβλεπες στα μάτια τους φλόγωση και πυρετό! Πετούσαν ένα-ένα τα ρούχα τους, φιλιούνταν και στο τέλος έμειναν να χορεύουν ολόγυμνες. Άλλες στρουμπουλές, άλλες λιανές, άλλες με κορμιά λαξεμένα κι άσπρες ωσάν το γάλα και δίχως τρίχα στις αμασχάλες και στ’ απόκρυφά τους. Χάθηκε το φως μου. Όταν το ξανάβρα, είδα τις κοπέλες να κρατούν ασημένιους δίσκους. Απάνω τους είχαν…  έσκυψα να δω καλύτερα μη με γελούν τα μάτια μου… πάνω τους είχαν ζιμπίκια! Φιλντισένια, πέτσινα, γυάλινα και στο πάτο τους είχαν… πάλι δεν έβλεπα… έσκυψα περισσότερο… είχαν πέτσινα ζωνάρια! Να ζώνονται τα ζιμπίκια και να παριστάνουν τους άνδρες!  Ζαλίστηκα και πάνω στη ζαλάδα μου γλίστρησαν τα ποδάρια μου και την επόμενη στιγμή κρεμιόμουν απ’ το κλωνάρι ωσάν τον καλικάντζαρο, δύο-τρία ευτυχώς μέτρα πάνω απ’ το χώμα.

Άφησα τα χέρια μου και μισοτσακίστηκα. Γλίτωσα τα σπασίματα, αλλά με πήρανε χαμπάρι! Η Πουτανέφ Χανούμ βγήκε έξω ολόγυμνη και, πριν προλάβω να μιλήσω, με τράβηξε μέσα στη σάλα!  Ήμουν τόσο χαϊβάνι, όπου έμεινα στητός δίχως να κινούμαι. Δίχως να κάμω τίποτε. Μονάχα να τις βλέπω. Εκείνες άπλωσαν τα χέρια τους και βάλθηκαν να με ξεντύνουν. Μ’ άγγιζαν και γλυκότρεμα. Ύστερα μ’ έσπρωξαν ανάλαφρα στο στρώμα. Ξάπλωσα και με φιλούσαν εδώ και εκεί. Έχασα τον κόσμο όλο… Με χάιδευαν στο πρόσωπο, στο στήθος μου κι όλο κατέβαιναν χαμηλότερα και έκαμαν με τα χείλια τους ρουφήχτρες. Ο δύστυχος νόμιζα ότι παρέδωσα το πνεύμα μου και έπαιρναν οι άγγελοι την ψυχή μου. Η κοκκινομάλλα μού μιλούσε ψιθυριστά και με φλόγιζε. Η άλλη η μελαχρινή με χάιδευε και βύζαινε το αυτί μου, ενώ η γεματούλα πλησίασε τα μεμέ της και εγώ τα έσφιγγα ωσάν να ήθελα να τα ξεριζώσω. Πού τα ήξεραν όλα τούτα; Πού το βρήκαν τόσο θάρρος; Μύριζα, άγγιζα, άκουγα, γευόμουν. Ένιωθα τα κορμιά τους φλογισμένα, τα χείλια τους γυαλί στο καμίνι, έτοιμο να το πλάσω! Ξύπνησα μόνος το άλλο πρωί στη μέση της σάλας, με μόνο τα ροδοπέταλα και τα αρώματα να μου θυμίζουν την προηγούμενη νύχτα…»

Βρε τον αθεόφοβο…
Ακόμα και τώρα το διαβάζω καμιά φορά και γελάω μόνος μου. Στην αρχή σκέφτηκα ότι τα έβγαζε απ’ το μυαλό του.
Ποιος ήξερε όμως ότι αυτό θα ήταν μόνο η αρχή!


27ο ΚΥΝΗΓΙ ΘΗΣΑΥΡΟΥ
26, 27 & 28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ:

Κατεβάστε το pdf αρχείο:
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ #04